Η καθημερινή κηπουρική μειώνει το άγχος και βελτιώνει τη σωματική υγεία, λέει μελέτη
Άτομα που ασχολούνται καθημερινά με την κηπουρική εμφανίζουν λιγότερο άγχος και λιγότερους σωματικούς περιορισμούς.
Η καθημερινή ενασχόληση με την κηπουρική δεν είναι απλώς ένα χόμπι, αλλά μπορεί να συνδέεται με καλύτερη ψυχική υγεία και σωματική υγεία, ιδιαίτερα καθώς μεγαλώνουμε. Μία νέα μελέτη από τη Σιγκαπούρη δείχνει ότι όσοι φροντίζουν φυτά σε καθημερινή βάση εμφανίζουν λιγότερο άγχος και λιγότερα προβλήματα υγείας.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Scientific Reports. Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από άτομα ηλικίας 30 έως 98 ετών, που ήταν κάτοικοι της περιοχής Senkang για τουλάχιστον έξι μήνες. Πρόκειται μάλιστα για ένα ιδιαίτερα ευρύ ηλικιακό φάσμα, που επιτρέπει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για το πώς η κηπουρική σχετίζεται με την υγεία σε διαφορετικά στάδια της ζωής.
Η κηπουρική ως φυσική άσκηση και καθημερινή ρουτίνα
Η κηπουρική, όπως αναφέρεται στο PsyPost, δεν είναι μια παθητική δραστηριότητα. Περιλαμβάνει κινήσεις που ισοδυναμούν με άσκηση μέτριας έντασης, η οποία μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση της καρδιαγγειακής υγείας, της μυϊκής δύναμης και της ευλυγισίας. Παράλληλα, η έκθεση στο φυσικό φως βοηθά στη ρύθμιση του βιολογικού ρολογιού και στην παραγωγή βιταμίνης D.
Τα οφέλη της όμως δεν περιορίζονται στο σώμα. Η επαφή με το χώμα και τα φυτά φαίνεται να λειτουργεί και ως «αντίδοτο» στο στρες της καθημερινότητας. Καθώς βοηθά στο να αποσπάται η προσοχή από τις έγνοιες, καλλιεργεί την αίσθηση της φροντίδας και προσφέρει ένα απτό αποτέλεσμα, που ενισχύει το αίσθημα ικανοποίησης και ελέγχου, δρα υποστηρικτικά στην ψυχολογία. Επιπλέον, πολλές προηγούμενες έρευνες την έχουν συνδέσει με χαμηλότερα επίπεδα άγχους και καταθλιπτικών συμπτωμάτων.
Τι εξέτασε η έρευνα και πώς συλλέχθηκαν τα δεδομένα
Οι ερευνητές θέλησαν να εξετάσουν πιο συγκεκριμένα τη σχέση της καθημερινής κηπουρικής με δύο βασικές διαστάσεις της υγείας: τη σωματική και την ψυχική. Για τη σωματική υγεία εστίασαν στους λειτουργικούς περιορισμούς, δηλαδή στο κατά πόσο κάποιος δυσκολεύεται να περπατήσει αρκετά τετράγωνα ή να μεταφέρει ψώνια. Για την ψυχική υγεία αξιολόγησαν τα επίπεδα άγχους με ένα ευρέως χρησιμοποιούμενο ερωτηματολόγιο.
Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να απαντήσουν αν ασχολούνται με την κηπουρική, πόσο συχνά το κάνουν και ποιοι είναι οι λόγοι που τους ωθούν ή τους αποτρέπουν από αυτή την ενασχόληση. Με βάση τις απαντήσεις τους, χωρίστηκαν σε δύο ομάδες: όσους αφιέρωναν χρόνο καθημερινά και όσους δεν το έκαναν καθημερινά, μια κατηγορία που περιλάμβανε τόσο τους περιστασιακούς κηπουρούς όσο και όσους δεν είχαν καμία επαφή με την κηπουρική.
Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Οι καθημερινοί κηπουροί εμφάνιζαν περίπου 43% μικρότερη πιθανότητα να έχουν «κακή υγεία» (όπως αυτή ορίστηκε στη μελέτη), δηλαδή παρουσία άγχους ή σωματικών περιορισμών ή και των δύο. Το εύρημα αυτό παρέμεινε στατιστικά ισχυρό ακόμη και όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη παράγοντες όπως την ηλικία, το φύλο, το εισόδημα, το μορφωτικό επίπεδο, το κάπνισμα, την κατανάλωση αλκοόλ και την ύπαρξη χρόνιων νοσημάτων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν και τα κίνητρα που δήλωσαν οι ίδιοι οι συμμετέχοντες. Οι πιο συχνοί λόγοι για τους οποίους κάποιος αφιερώνει χρόνο στην κηπουρική ήταν η «χαρά και ικανοποίηση» και η «χαλάρωση». Αντίθετα, όσοι δεν ασχολούνταν με αυτήν ανέφεραν κυρίως την έλλειψη χρόνου ή ότι απλώς δεν τους ενδιέφερε. Τα ευρήματα αυτά δείχνουν ότι η κηπουρική δεν βιώνεται ως υποχρέωση, αλλά μια απασχόληση που προσφέρει ψυχικό όφελος.
Τα συμπεράσματα της μελέτης
Οι συγγραφείς της μελέτης υπογραμμίζουν ότι τα αποτελέσματα στηρίζουν την ιδέα της κηπουρικής ως εργαλείου για υγιή γήρανση, ιδιαίτερα σε αστικές κοινωνίες όπου η καθημερινή επαφή με τη φύση είναι περιορισμένη. Η ύπαρξη κοινοτικών κήπων ή μικρών χώρων πρασίνου μπορεί να λειτουργήσει όχι μόνο ως διέξοδος άσκησης, αλλά και ως μέσο κοινωνικής επαφής και αντιμετώπισης της μοναξιάς.